Υπάρχουν δυστυχώς επικίνδυνες προτροπές και γενικεύσεις που συχνά συνοδεύουν έναν άνθρωπο που νοσεί από καρκίνο: «Μην στεναχωριέσαι», «μείνε δυνατή»,
«το άγχος δεν βοηθά».
Λόγια που συνήθως λέγονται με καλή πρόθεση, αλλά ανοίγουν ένα δύσκολο εσωτερικό διάλογο.
«Έχω άγχος, άρα δεν τα καταφέρνω.»
«Δεν νιώθω ευγνωμοσύνη, άρα κάτι κάνω λάθος.»
«Ντρέπομαι που δεν νιώθω χαρά για όσα έχω.»
Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος που ήδη περνά μια τραυματική εμπειρία, αρχίζει να αισθάνεται ό,τι είναι άρρωστος με τον «λάθος τρόπο».
Ό,τι υποφέρει περισσότερο απ’ όσο επιτρέπεται.
Ό,τι είναι αδυναμία να νοιώθει, εκεί που θα έπρεπε να δείχνει δύναμη.
Το αποτέλεσμα είναι συχνά η απόσυρση.
Η απομόνωση.
Η αίσθηση ό,τι χρειάζεται να φοράμε ένα χαμόγελο για να μην επιβαρύνουμε τους άλλους και μάλιστα να επιβραβευόμαστε γι’ αυτό.
Χρειάζεται όμως να κατανοήσουμε ο,τι
τα συναισθήματα που συνοδεύουν τη διάγνωση του καρκίνου είναι πολλά και δύσκολα και ο,τι όλα είναι κομμάτια του πένθους.
Πενθούμε αυτό που ήμασταν πριν.
Πενθούμε το σώμα μας όπως το γνωρίζαμε.
Πενθούμε την αίσθηση ασφάλειας.
Πενθούμε μια πραγματικότητα που άλλαξε χωρίς να ερωτηθούμε.
Καθώς περνά ο χρόνος, τα δύσκολα συναισθήματα επιστρέφουν.
Άλλοτε στα ορόσημα, όπως μια επέτειος διάγνωσης, η έναρξη μιας θεραπείας, μια υποτροπή.
Κι άλλοτε σε στιγμές φαινομενικά ασήμαντες:
“όταν ένα ρούχο δεν εφαρμόζει όπως παλιά, όταν προσπαθούμε να κάνουμε σχέδια και δεν ξέρουμε αν το μέλλον θα μας περιλαμβάνει”
Όταν νοσούμε ή έχουμε νοσήσει από καρκίνο, χρειαζόμαστε δίπλα μας ανθρώπους που να μπορούν να αντέξουν τα συναισθήματά μας.
Ανθρώπους που να μας επιτρέπουν να είμαστε ασθενείς.
Ευάλωτοι.
Τρυφεροί.
Αληθινοί.
Μέσα στη σύνδεση μπορούμε να βρούμε τρόπους έκφρασης και στήριξης που να μας εμπεριέχουν ώστε να πάρουμε τη στήριξη που μας αξίζει.




Αφήστε μια απάντηση